Η μετακινηθείσα ιατρός φέρει την επιστημονική ευθύνη της Μονάδας Ανοσολογίας του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου από το 2017. Πρόκειται για ένα τμήμα με καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του νοσηλευτικού ιδρύματος, καθώς διενεργεί άνω των 100.000 εξετάσεων ετησίως για να καλύψει τις διαγνωστικές ανάγκες όλων των κλινικών και των εξωτερικών ιατρείων.
Η απόφαση αυτή επαναφέρει στην επιφάνεια τη διαμάχη γύρω από τη σκοπιμότητα και τη νομιμότητα παράλληλης λειτουργίας δεύτερου Εργαστηρίου Ανοσολογίας εντός της Ρευματολογικής Κλινικής. Η υπόθεση χρονολογείται από στα τέλη του 2024, όταν η διοίκηση ζήτησε σχετικές διευκρινίσεις από την 6η Υγειονομική Περιφέρεια. Αν και η ΥΠΕ άναψε το «πράσινο φως» στις αρχές του 2025, παρέπεμψε την ιεράρχηση των αναγκών στα συλλογικά όργανα του νοσοκομείου. Ακολούθως, το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε τη διενέργεια εξετάσεων από το εργαστήριο της Ρευματολογικής Κλινικής και την ένταξή τους στο σύστημα GI-Clinic, απόφαση που κοινοποιήθηκε στα τμήματα τον Μάρτιο του 2026.
Παρά τις εγκρίσεις αυτές, η επιστημονική κοινότητα του νοσοκομείου εκφράζει έντονες επιφυλάξεις. Σε πρόσφατο έγγραφό της προς το ΔΣ, η διευθύντρια του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου υπογράμμισε ότι η φυσική παρουσία ιατρού ειδικότητας Ιατρικής Βιοπαθολογίας – Εργαστηριακής Ιατρικής είναι νομικά και επιστημονικά απαραίτητη για την εποπτεία, την αξιολόγηση και την τελική έγκριση των αποτελεσμάτων. Παράλληλα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις στην εκπαίδευση των ειδικευόμενων γιατρών, σημειώνοντας ότι η απομάκρυνση του στελέχους θέτει σε ρίσκο την καταλληλότητα του νοσοκομείου για την παροχή πλήρους ειδικότητας.
Επιπλέον, σοβαρά ερωτήματα εγείρονται για το ίδιο το σκεπτικό της μετακίνησης. Στην επίσημη απόφαση αναφέρεται ως αιτιολογία η προβάδισμα της γιατρού στη μοριοδότηση για την κάλυψη θέσης σε άλλο νοσοκομείο, γεγονός που προκαλεί απορία ως προς τη σύνδεση μιας διαδικασίας κρίσης με την εσωτερική ανακατανομή προσωπικού.
Η ΕΙΝΗ αξιώνει την άμεση ανάκληση της μετακίνησης και τη στελέχωση των κεντρικών εργαστηρίων με το απαιτούμενο μόνιμο προσωπικό, καλώντας παράλληλα το Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΓΝΙ και τον Ιατρικό Σύλλογο Ιωαννίνων να τοποθετηθούν δημόσια επί του θέματος

Επικοινωνήστε μαζί μας