Ο λόγος για τα «κουδαρίτικα» ή «μαστόρικα», το συνθηχαντικό ιδίωμα των Ηπειρωτών λιθοδόμων και χτιστών.
Η ίδια η ονομασία ελκύει την καταγωγή της από τη λέξη «κούδα», η οποία στη συντεχνιακή διάλεκτο σήμαινε την πέτρα, καθιστώντας τον «κούδαρη» τον ίδιο τον μάστορα. Τα μπουλούκια των Ηπειρωτών τεχνιτών, ταξιδεύοντας διαρκώς από τόπο σε τόπο για να δουλέψουν, χρειάστηκαν έναν κώδικα επικοινωνίας που θα προστάτευε τα επαγγελματικά τους μυστικά, θα διευκόλυνε τη συνεννόηση μπροστά στα αφεντικά και θα λειτουργούσε ως ασπίδα αλληλεγγύης ανάμεσά τους.
Σε αυτό το ιδιότυπο λεξικό, το αφεντικό ή ο νοικοκύρης αποκαλούνταν «μπαρός» ή «μουχός», ενώ η πληρωμή και τα χρήματα βαφτίζονταν «κράνια». Όταν οι συνθήκες στη δουλειά δυσκόλευαν ή υπήρχε ανάγκη προειδοποίησης για την παρουσία του εργodότη, οι φράσεις που αντάλλσσαν οι τεχνίτες ήταν αποκαλυπτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προειδοποίηση «μόκος μη ξιφλιάς, τα τσιουλίζει ο μπαρός», που σήμαινε «σιωπή, μην μιλάς, τα ξέρει το αφεντικό». Αντίστοιχα, το νερό λεγόταν «οξιά» ή «τζάφα», το ψωμί «μάνο», η εργασία «πραχάλα», και η βροχή που διέκοπτε τις εργασίες «χουζούρω».
Το εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της γλώσσας ήταν η διαρκής της εξέλιξη. Αν κάποια λέξη γινόταν αντιληπτή από τους ντόπιους ή τα αφεντικά στις περιοχές όπου ταξίδευαν τα μπουλούκια, οι μάστοροι την προσάρμοζαν ή την αντικαθιστούσαν άμεσα, διατηρώντας τον απόλυτα μυστικό χαρακτήρα του κώδικα. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούσαν να συζητούν ελεύθερα για τους όρους της συμφωνίας, τις δυσκολίες του μεροκάματου ή ακόμα και να σχολιάζουν το περιβάλλον τους χωρίς κανείς άλλος να αντιλαμβάνεται το παραμικρό.
Σήμερα, τα κουδαρίτικα ζουν κυρίως μέσα από τις καταγραφές λαογράφων και ερευνητών, αποτελώντας ένα συναρπαστικό κεφάλαιο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Ηπείρου. Μια γλώσσα γεννημένη από τη λάσπη, την πέτρα και τον μόχθο, η οποία θυμίζει εποχές όπου η τέχνη του χτίστη απαιτούσε όχι μόνο δεξιοτεχνία, αλλά και έναν ολόκληρο κώδικα επιβίωσης και αξιοπρέπειας

Επικοινωνήστε μαζί μας